Κατηγορία:Φρικηλεξικό σαλταπήδας, ο - (ουσ.) συνθ. αυτός που σαλτάρει και πηδάει ταυτοχρόνως σύνθετο εκ του σαλτάρω + πηδάω <πηδώ συνήθης χαρακτηρισμός έγκλειστων στο Δρομοκαΐτειο κατά την διάρκεια απόδρασης. Σύριζο άθλημα ο δρόμος μετ' εμποδίων, συνώνυμη στάση η Θα πηδηχτώ απ'το παράθυρο!
Κατηγορία:Φρικηλεξικό σαλταπήδας, ο - (ουσ.) συνθ. αυτός που σαλτάρει και πηδάει ταυτοχρόνως σύνθετο εκ του σαλτάρω + πηδάω <πηδώ συνήθης χαρακτηρισμός έγκλειστων στο Δρομοκαΐτειο κατά την διάρκεια απόδρασης. Σύριζο άθλημα ο δρόμος μετ' εμποδίων, συνώνυμη στάση η Θα πηδηχτώ απ'το παράθυρο!