Κατηγορία:Φρικηλεξικό κουραδοκατουρλιό, το - (ουσ.) συνθ η συγχρόνιση κοπράνων και ούρων που βγαίνουν ταυτόχρονα και επίτηδες από την κωλοτρυπίδα του ατόμου που ενεργείται εκείνη την στιγμή. Συνήθως η απελευθέρωση και των δύο απορριμάτων, ανακουφίζει καθώς νιώθεις το κενό που απέμεινε στο στομάχι σου απαλλάσσοντάς σε από τυχόν πονόκοιλους ετυμ. συνθ. εκ του κουράδα (η) + κατουρλιό(<ουρώ+κάτω) (το) 1. -Άαααααααααι! Όλα μαζί έφυγαν!
Κατηγορία:Φρικηλεξικό κουραδοκατουρλιό, το - (ουσ.) συνθ η συγχρόνιση κοπράνων και ούρων που βγαίνουν ταυτόχρονα και επίτηδες από την κωλοτρυπίδα του ατόμου που ενεργείται εκείνη την στιγμή. Συνήθως η απελευθέρωση και των δύο απορριμάτων, ανακουφίζει καθώς νιώθεις το κενό που απέμεινε στο στομάχι σου απαλλάσσοντάς σε από τυχόν πονόκοιλους ετυμ. συνθ. εκ του κουράδα (η) + κατουρλιό(<ουρώ+κάτω) (το) 1. -Άαααααααααι! Όλα μαζί έφυγαν!