βουκόλος, ο - (ουσ.) <εκ του αρχαίου βοῦς = βόδι ο ποιμένας των βοδιών, όπου βόδι η ενήλικη αρσενική αγελάδα που έχει υποστεί το μαρτύριο του ευνουχισμού διαφοροποιείται από τον γελαδάρη βάσει της ιδιαίτερης προτίμησής του να μην καθοδηγεί το κοπάδι αλλά να το ακολουθεί, εξού και η ονομασία του βουκόλος καθότι βλέπει τα βόδια από την πίσω μεριά
βουκόλος, ο - (ουσ.) <εκ του αρχαίου βοῦς = βόδι ο ποιμένας των βοδιών, όπου βόδι η ενήλικη αρσενική αγελάδα που έχει υποστεί το μαρτύριο του ευνουχισμού διαφοροποιείται από τον γελαδάρη βάσει της ιδιαίτερης προτίμησής του να μην καθοδηγεί το κοπάδι αλλά να το ακολουθεί, εξού και η ονομασία του βουκόλος καθότι βλέπει τα βόδια από την πίσω μεριά