| abstract
| - Από το πρώτο τέταρτο του ΣΤ’ π.Χ. αιώνα, η Αίγινα ήταν βεβαιωμένα ανεξάρτητο κράτος και ως τους περσικούς πολέμους ισχυρό και οικονομικά αναπτυγμένο. Και βρισκόταν σε διαρκή ανταγωνισμό με την Αθήνα. Ο ανταγωνισμός αυτός οδήγησε στη δημιουργία έχθρας που και οι δυο πλευρές συμφωνούσαν ότι είχε ξεκινήσει μετά την αποστασία της Αίγινας από την Επίδαυρο. Ο Ηρόδοτος (Ε 82 – 88) γράφει ότι κάποια στιγμή έπεσε σιτοδεία στην Επίδαυρο οπότε οι εκεί κάτοικοι απευθύνθηκαν στο μαντείο των Δελφών. Η Πυθία τους σύστησε να στήσουν αγάλματα από ξύλο ήμερης ελιάς στη Δαμία και στην Αυξησία (στην Περσεφόνη και στη Δήμητρα). Ήμερες ελιές υπήρχαν τότε μόνο στην Αθήνα και οι κάτοικοι της Επιδαύρου σ’ αυτήν κατέφυγαν. Οι Αθηναίοι τους έδωσαν το πολύτιμο ξύλο με τον όρο ότι κάθε χρόνο οι Επιδαύριοι θα πρόσφεραν θυσία στην Παλλάδα Αθηνά και στον Ερεχθέα. Στήθηκαν τα αγάλματα, ξανάδωσε η γη καρπούς, τηρούσαν τη συμφωνία τους οι Επιδαύριοι κι όλα πήγαιναν καλά. Οι Αιγινήτες όμως που ήταν υπήκοοι της Επιδαύρου, κάποια στιγμή αποστάτησαν, έφτιαξαν πλοία κι άρχισαν επιδρομές και λεηλασίες στην πελοποννησιακή ακτή. Σε μια από αυτές, εισέβαλαν στην Επίδαυρο, έκλεψαν τα δυο αγάλματα και τα πήραν και τα εγκατέστησαν στην Αίγινα. Δημιουργήθηκε μάλιστα ολόκληρο καθεστώς χορηγιών και εορτών γύρω από αυτά. Αφότου έχασαν τα αγάλματα, οι Επιδαύριοι έκοψαν τις θυσίες στην Αθηνά και στον Ερεχθέα. Κι όταν οι Αθηναίοι παραπονέθηκαν, τους απάντησαν ότι πλέον τα αγάλματα τα είχαν οι Αιγινήτες και άρα εκείνοι έπρεπε να θυσιάζουν κατά τη συμφωνία. Οι Αθηναίοι ζήτησαν από τους Αιγινήτες τα αγάλματα και πήραν απάντηση ότι ανάμεσα στην Αθήνα και την Αίγινα δεν υπήρχε καμιά διαφορά. Ως εδώ, όλοι συμφωνούσαν ότι έτσι είχε η κατάσταση. Οι διαφορετικές εκδοχές ξεκινούσαν από αυτό το σημείο κι έπειτα. Πάντα κατά τον Ηρόδοτο, οι Αθηναίοι έλεγαν ότι έστειλαν ένα πλοίο να πάρει τα αγάλματα. Οι άνδρες όμως δεν μπορούσαν να τα κατεβάσουν από τα βάθρα τους κι έτσι έδεσαν τα αγάλματα με σχοινιά κι άρχισαν να τα σέρνουν προς το πλοίο τους. Τη στιγμή εκείνη, βροντές ακούστηκαν κι έγινε σεισμός. Οι άνδρες τρελάθηκαν κι άρχισαν να αλληλοσκοτώνονται. Μόνο ένας σώθηκε κι επέστρεψε στο Φάληρο να διηγηθεί, τι έγινε. Οι Αιγινήτες έλεγαν ότι δεν ήταν ένα πλοίο αλλά πολλά και ότι επρόκειτο για εκστρατεία εναντίον τους οπότε εκείνοι ζήτησαν βοήθεια από το Άργος. Όσο οι Αθηναίοι προσπαθούσαν να σύρουν τα αγάλματα, οι Αργείοι τους αιφνιδίασαν και σκότωσαν όλους εκτός από έναν που επέστρεψε στο Φάληρο. Η διαφορά τους δηλαδή εστιάζεται στο ότι οι Αιγινήτες υποστήριζαν ότι αυτοί και οι σύμμαχοί τους νίκησαν τους Αθηναίους σε μάχη, ενώ οι Αθηναίοι απέδιδαν στους θεούς τα αίτια της ήττας. Ο Ηρόδοτος συμπληρώνει ότι και αυτός φονεύθηκε μετά την επιστροφή του στην Αθήνα από τις Αθηναίες συζύγους των νεκρών.
|