κουρδουμπουλοθραύστης, ο - (ουσ.) συνθ. το ενοχλητικό άτομο, αυτός που επιμένει σε κάτι σπάζοντας κουρδουμπούλια ΣΥΝ σπασαρχίδας σύνθετο εκ του κουρδουμπούλι(=όρχις) + θραύω(α.ε.) 1. Παράτα μας ρε κουρδουμπουλοθραύστη! Φύγε από δω επιτέλους!
κουρδουμπουλοθραύστης, ο - (ουσ.) συνθ. το ενοχλητικό άτομο, αυτός που επιμένει σε κάτι σπάζοντας κουρδουμπούλια ΣΥΝ σπασαρχίδας σύνθετο εκ του κουρδουμπούλι(=όρχις) + θραύω(α.ε.) 1. Παράτα μας ρε κουρδουμπουλοθραύστη! Φύγε από δω επιτέλους!