σβύνω - (ρήμα ενεργημένης φωνής) απλής χρήσης Ρήμα που δηλώνει το ξεγράφιασμα ενός γραφτού. Προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη σβαιύνω/σβαιώνω/σβαιωνώ. Οι κακές γλώσσες το θέλουν να γράφεται με η, αλλά η πραγματικότητα είναι πώς γράφεται με υ, καθώς το γράμμα υ είναι εγγίζει περισσότερο το σχήμα της γόμας. Και ως γνωστόν, σβύνουμε με τη γόμα. Ωστόσο, μετά την εξάπλωση του συστήματος στυλός-μπλάνκο το οποίο αντικατέστησε το πλέον παρωχημένο μολύβι-γόμα, πλέον η λέξη θα γράφεται με ι, δηλαδή σβίνω.
σβύνω - (ρήμα ενεργημένης φωνής) απλής χρήσης Ρήμα που δηλώνει το ξεγράφιασμα ενός γραφτού. Προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη σβαιύνω/σβαιώνω/σβαιωνώ. Οι κακές γλώσσες το θέλουν να γράφεται με η, αλλά η πραγματικότητα είναι πώς γράφεται με υ, καθώς το γράμμα υ είναι εγγίζει περισσότερο το σχήμα της γόμας. Και ως γνωστόν, σβύνουμε με τη γόμα. Ωστόσο, μετά την εξάπλωση του συστήματος στυλός-μπλάνκο το οποίο αντικατέστησε το πλέον παρωχημένο μολύβι-γόμα, πλέον η λέξη θα γράφεται με ι, δηλαδή σβίνω.